Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξιπασμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξιπασμένος η ξιπασμένη το ξιπασμένο
      γενική του ξιπασμένου της ξιπασμένης του ξιπασμένου
    αιτιατική τον ξιπασμένο την ξιπασμένη το ξιπασμένο
     κλητική ξιπασμένε ξιπασμένη ξιπασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξιπασμένοι οι ξιπασμένες τα ξιπασμένα
      γενική των ξιπασμένων των ξιπασμένων των ξιπασμένων
    αιτιατική τους ξιπασμένους τις ξιπασμένες τα ξιπασμένα
     κλητική ξιπασμένοι ξιπασμένες ξιπασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξιπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξιπάζομαι < μεσαιωνική ελληνική ἐξυπάζω < αρχαία ελληνική ἐκ + συσπάω / συσπῶ

Μετοχή

[επεξεργασία]

ξιπασμένος αρσενικό

  • που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
      Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια. (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]