ξιπασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξιπασμένος ξιπασμένη ξιπασμένο
γενική ξιπασμένου ξιπασμένης ξιπασμένου
αιτιατική ξιπασμένο ξιπασμένη ξιπασμένο
κλητική ξιπασμένε ξιπασμένη ξιπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξιπασμένοι ξιπασμένες ξιπασμένα
γενική ξιπασμένων ξιπασμένων ξιπασμένων
αιτιατική ξιπασμένους ξιπασμένες ξιπασμένα
κλητική ξιπασμένοι ξιπασμένες ξιπασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξιπασμένος < μετοχή παρακειμένου του ξιπάζομαι <ἐξιππάζομαι= φεύγω έφιππος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ξιπασμένος αρσενικό

  1. που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]