ξιφομάχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξιφομάχος ξιφομάχοι
γενική ξιφομάχου ξιφομάχων
αιτιατική ξιφομάχο ξιφομάχους
κλητική ξιφομάχε ξιφομάχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξιφομάχος < ξιφομαχία (λόγια λέξη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξιφομάχος αρσενικό

  1. εκείνος που ασκεί το άθλημα της ξιφασκίας
    • Η "γυμνή ξιφομάχος" που έγινε υπουργός στη Βενεζουέλα, αθλήτρια της ξιφασκίας...
  2. εκείνος που μάχεται με ξίφος
    • εγώ σκεπτόμουν ότι πρώτη μου φορά έπιανα ξίφος, ενώ εκείνος ήτο επαγγελματίας ξιφομάχος και θα μ΄εσούβλιζε ως ορνίθιον (Εμμ. Ροϊδη, Η πρώτη του ξιφασκία)

32πχ Μεταφράσεις[]