ξοφλημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξοφλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξοφλώ
Μετοχή
[επεξεργασία]ξοφλημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ξοφλώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξοφλημένος
|
|