Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξοφλάω

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από ξοφλώ)

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξοφλάω < λείπει η ετυμολογία

ξοφλάω, παθητική μετοχή: ξοφλημένος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]