ξυλάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυλάκι ξυλάκια
γενική
αιτιατική ξυλάκι ξυλάκια
κλητική ξυλάκι ξυλάκια
ξυλάκια για φαγητό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλάκι < ξύλο + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυλάκι ουδέτερο

  1. (σπάνιο) υποκοριστικό του: ξύλο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg ταυτόσημα: ξυλαράκι
  2. (γενικότερα) αντικείμενο από μικρό κομμάτι ξύλο, μακρόστενο, για διάφορες χρήσεις όπως:
    • για σουβλάκι
    • για βιομηχανοποιημένο τύπου παγωτό που έχει στην άκρη ένα ξυλάκι όπως το γλυφειτζούρι
    • για κατανάλωση τροφών αντί για πιρούνι και μαχαίρι (αυτό απαιτεί δύο ξυλάκια)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]