ξυλάνθρακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλάνθρακας < ξύλο + άνθρακας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυλάνθρακας αρσενικό

  1. άνθρακας που προέρχεται από την ατελή καύση ξύλων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]