ξυλεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυλεία ξυλείες
γενική ξυλείας
αιτιατική ξυλεία ξυλείες
κλητική ξυλεία ξυλείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλεία < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυλεία (πιο δόκιμο στον ενικό)

  1. το ξύλο ως πρώτη ύλη για οικοδομή, έργα τέχνης, ως καύσιμο κ.λπ.
    η ξυλεία μιας περιοχής (ο πλούτος της σε δέντρα)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]