ξυλοπάπουτσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυλοπάπουτσο ξυλοπάπουτσα
γενική ξυλοπάπουτσου ξυλοπάπουτσων
αιτιατική ξυλοπάπουτσο ξυλοπάπουτσα
κλητική ξυλοπάπουτσο ξυλοπάπουτσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλοπάπουτσο < ξύλο + -ο- + παπούτσι + -ο < μεσαιωνική ελληνική παπούτσι < τουρκική papuç < παλαιοτουρκικά پابوج (pâbuc) / پاپوش (pâpûş) < περσική پاپوش (pā-puš) < پا (pâ: πόδι) + پوش (puš) (< پوشیدن ‎(pušidan: καλύπτω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυλοπάπουτσο ουδέτερο

  1. ξύλινο παπούτσι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]