ξυλώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλώδης < αρχαία ελληνική ξυλώδης < ξύλον + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξυλώδης, -ης, -ες

  1. που έχει ίνες λιγνίνης ή υφή από ξύλο, ο λιγνινικός
    ξυλώδης κορμός, ξυλώδης βλαστός
  2. που μοιάζει με ξύλο ή αποτελείται από ξύλο


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]