ξυπνητός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξυπνητός ξυπνητή ξυπνητό
γενική ξυπνητού ξυπνητής ξυπνητού
αιτιατική ξυπνητό ξυπνητή ξυπνητό
κλητική ξυπνητέ ξυπνητή ξυπνητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξυπνητοί ξυπνητές ξυπνητά
γενική ξυπνητών ξυπνητών ξυπνητών
αιτιατική ξυπνητούς ξυπνητές ξυπνητά
κλητική ξυπνητοί ξυπνητές ξυπνητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυπνητός < ξυπνώ + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξυπνητός, -ή, -ό

  1. που έχει ξυπνήσει
  2. που δεν έχει κοιμηθεί
  3. (παρωχημένο) έξυπνος
    Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]