ξυρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυρίζω < μεταγενέστερη ελληνική < αρχαία ελληνική ξυρόν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξυρίζω

  1. κόβω με ξυράφι τις τρίχες από διάφορα σημεία του σώματος
    Γενικά είμαι κάπως αργός στο μυαλό. Ήξερα ότι την Κυβέρνησή μας την λένε ΞΥΡΙΖΑ-ΑΝΑL, αλλά όντας αγαθός νεανίας, δεν κατανοούσα τι σήμανε δαύτο. Όταν άρχισα να τσούζω όμως, αστραπιαία έπιασα το νόημα!
  2. περνάω ξυστά
  3. (μεταφορικά) φυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό: δεν πρέπει να βιάζεται κάποιος να εξάγει συμπεράσματα για την έκβαση μιας κατάστασης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]