ξωτάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξωτάρης < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξωτάρης αρσενικό

  1. ο άνθρωπος που ζει και εργάζεται στους αγρούς, έξω από την πόλη
  2. (κρητικά) περιπλανώμενος