ξωτάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξωτάρης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξωτάρης αρσενικό

  1. ο άνθρωπος που ζει και εργάζεται στους αγρούς, έξω από την πόλη
  2. (κρητική διάλεκτος) περιπλανώμενος