ξύλον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ξύλον ξύλω ξύλα
Γενική ξύλου ξύλοιν ξύλων
Δοτική ξύλ ξύλοιν ξύλοις
Αιτιατική ξύλον ξύλω ξύλα
Κλητική ξύλον ξύλω ξύλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξύλον < πρώιμη αττική σύλον, σύλινος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ks(e)ulo-, συγγενές με το λιθουανικά šùlas (lt) «πάσσαλος, στύλος, κοντάρι» και το ρωσικά шу́ло (ru) (šúlo) «πάσσαλος φράκτη».[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksý.lon/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξύλον ουδέτερο (ξῠλον)

  1. ξύλο
  2. (συνεκδοχικά) οτιδήποτε ξύλινο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Robert S. P. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, Brill, Λέιντεν – Βοστώνη, 2010, τ. Β΄, σελ. 1038.