ξύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξύνω < αρχαία ελληνική ξύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξύνω (παθ. φωνή: ξύνομαι, παθ. μτχ.: ξυσμένος)

  1. τρίβω με τα νύχια το δέρμα μου επειδή αισθάνομαι φαγούρα
  2. τρίβω επιφάνεια με κάποιο ειδικό μέσα (π.χ. ξύστρα, ξυστήρι, ξυστρί κ.λπ.)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ξύνω πληγέςξύνω παλιές πληγές): λέω πράγματα που μπορεί να προκαλέσουν στεναχώριες ή πράγματα τα οποία ξαναθυμίζουν θλιβερές καταστάσεις οι οποίες τείνουν να ξεχαστούν (ξεπεραστούν)
  • ξύνω τα νύχια μου:
    1. (συνήθως συνοδευόμενο από το: "για καβγά") προετοιμάζομαι για καβγά ή ψάχνω κάποιο λόγο για να καβγαδίσω
    2. δεν κάνω τίποτε, κάθομαι

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς μην περιμένεις να σε ξύσουν άλλοι: μην ελπίζεις στη βοήθεια των άλλων αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]