Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξύπνησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ξύπνησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ