ξώπετσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξώπετσος < ξω- + πέτσα

Επίθετο[επεξεργασία]

ξώπετσος

ξώπετσο τραύμα
 συνώνυμα: επιδερμικός
  • (κατ' επέκταση και μεταφορικά) που δεν προχωρά στο βάθος των πραγμάτων
 συνώνυμα: επιπόλαιος, επιφανειακός, ρηχός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

επιφανειακός (βλέπε λέξη)