Μετάβαση στο περιεχόμενο

οίδημα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οἴδημα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οίδημα τα οιδήματα
      γενική του οιδήματος των οιδημάτων
    αιτιατική το οίδημα τα οιδήματα
     κλητική οίδημα οιδήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οίδημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἴδημα < οἶδος (πρήξιμο), οἰδέω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.ði.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οίδημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οίδημα ουδέτερο

  • πρήξιμο σε ορισμένο σημείο των ιστών του σώματος λόγω παθολογικής συγκέντρωσης υγρού
      πέθανε από πνευμονικό οίδημα μία εβδομάδα προ των εκλογών (Βασίλης Βεκίρης, Ο πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη, 1999, σελ.69)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]