οίκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οίκος οίκοι
γενική οίκου οίκων
αιτιατική οίκο οίκους
κλητική οίκε οίκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οίκος < αρχαία ελληνική οἶκος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈi.kɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οίκος αρσενικό

  1. σπίτι, κατοικία
    παράδοση των εμπορευμάτων κατ'οίκον
  2. οικογένεια με παράδοση ή δυναστεία
  3. εμπορική επιχείρηση
  4. κοινωφελές ίδρυμα
  5. ένα από τα 12 τμήματα στα οποία χωρίζουν οι αστρολόγοι το γενέθλιο χάρτη ενός ατόμου

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]