Μετάβαση στο περιεχόμενο

ογδονταετηρίδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ογδονταετηρίδα οι ογδονταετηρίδες
      γενική της ογδονταετηρίδας των ογδονταετηρίδων
    αιτιατική την ογδονταετηρίδα τις ογδονταετηρίδες
     κλητική ογδονταετηρίδα ογδονταετηρίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ογδονταετηρίδα < ογδόντα + -ετηρίδα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ογδονταετηρίδα θηλυκό

  1. (λόγιο) επέτειος ογδόντα ετών
      Στην εκδήλωση για την ογδονταετηρίδα του Παντείου, που θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Τελετών «Αριστοτέλης» του Πανεπιστημίου, χαιρετισμό θα απευθύνει κι ο υφυπουργός Παιδείας. (*)
  2. (λόγιο) ογδονταετία, ογδοηκονταετία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]