ογκνήστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ογκνήστρα και ογνήστρα <ελληνοποιημένο από το σλαβικό όγκαν = φωτιά και την κατάληξη -στρα, όπως πάστρα, γάστρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ογκνήστρα θηλυκό, το κύριο μέρος του τζακιού που κορώνει η φωτιά

  1. τζάκι

«άναψε μ' ένα σπίρτο το κατάμαυρο λυχνάρι που εκρεμότουν από ένα καρφί στον κοκκινωπό και καπνισμένον τοίχο πάνωθε από την ογνήστρα. Κωνσταντίνος Θεοτόκης Η Τιμή και το Χρήμα Κεφάλαιο Α΄