οδαλίσκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδαλίσκη < γαλλική odalisque < τουρκική اوطه‌لق / odalık < اوده / oda

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδαλίσκη θηλυκό

  1. γυναίκα σκλάβα στο χαρέμι
  2. (ευφημισμός) πόρνη πολυτελείας


Μεταφράσεις[επεξεργασία]