οδογράφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οδογράφος αρσενικό
- όργανο που καταγράφει τις αποστάσεις που διανύονται
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οδογράφος
|
|