οδονομία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οδονομία θηλυκό
- η φροντίδα για την διατήρηση της καλής κατάστασης και της καθαριότητας των οδών
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οδονομία