οδοντόκρεμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οδοντόκρεμα οδοντόκρεμες
γενική οδοντόκρεμας
αιτιατική οδοντόκρεμα οδοντόκρεμες
κλητική οδοντόκρεμα οδοντόκρεμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδοντόκρεμα < οδοντο- + κρέμα
οδοντόκρεμα βγαίνοντας από το σωληνάριό της

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδοντόκρεμα θηλυκό

  • μείγμα σε μορφή κρέμας, συσκευασμένο σε σωληνάρια, που χρησιμοποιείται για την καθαριότητα των δοντιών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]