οδοποιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οδοποιός οδοποιοί
γενική οδοποιού οδοποιών
αιτιατική οδοποιό οδοποιούς
κλητική οδοποιέ οδοποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδοποιός < οδο- (< οδός) + -ποιός (< ποιώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ðɔ.pi.ˈɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδοποιός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]