οδυνηρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδυνηρός < αρχαία ελληνική ὀδυνηρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οδυνηρός -ή -ό

  • που προκαλεί οδύνη, μεγάλο πόνο, σωματικό ή ψυχικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]