οδόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οδόμετρο τα οδόμετρα
      γενική του οδομέτρου
& οδόμετρου
των οδομέτρων
& οδόμετρων
    αιτιατική το οδόμετρο τα οδόμετρα
     κλητική οδόμετρο οδόμετρα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδόμετρο < ελληνιστική κοινή ὁδόμετρον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδόμετρο ουδέτερο

  1. (τεχνολογία) συσκευή με την οποία μετρούσαν το μήκος μιας οδού ή άλλες αποστάσεις στην αρχαία Ελλάδα
  2. ο χιλιομετροδείκτης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]