οδόσημο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οδόσημο οδόσημα
γενική οδοσήμου οδοσήμων
αιτιατική οδόσημο οδόσημα
κλητική οδόσημο οδόσημα

οδός+σήμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδόσημο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]