οικογένεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οικογένεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἰκογεν(ής) (εννοείται δούλος) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική famiglia (φαμίλια) [1]
- ή [2] (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰκογένεια (ιδιότητα δούλου) < αρχαία ελληνική οἰκογενής
- για σύνολο με παρόμοια χαρακτηριστικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική famille
- η ταξινομική βαθμίδα < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική familia
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.koˈʝe.ni.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : οι‐κο‐γέ‐νει‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οικογένεια θηλυκό
- (οικογένεια) σύνολο προσώπων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολύ στενό συγγενικό δεσμό
- ※ Στα δεκαεπτά της ήταν απόφοιτος σχολαρχείου. Με τη μόρφωση αυτή, που ήταν σπάνιο εφόδιο για ένα κορίτσι της εποχής, δούλεψε ως οικοδιδασκάλισσα για αρκετά χρόνια στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας της Μακεδονίας. Ενώ, ταυτόχρονα, μάζευε χρήματα για την προίκα της. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)
- (κατ' επέκταση) σύνολο προσώπων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς
στους γάμους μαζευόμαστε όλη η οικογένεια
- (μεταφορικά) σύνολο μελών που έχουν πολύ στενή σχέση ή παρόμοια χαρακτηριστικά
- πληροφορική τυπογραφία) σύνολο γραμματοσειρών που έχουν κοινά χαρακτηριστικά (συνήθως οι διάφορες εκδοχές της γραμματοσειράς σε πλάγια, έντονα κλπ.)
- (ταξινομία) ταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την τάξη και ανώτερη από το γένος
- → δείτε και τους όρους υπεροικογένεια και υποοικογένεια
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- από οικογένεια: χρησιμοποιείται για να δείξει ευγενική καταγωγή (ή, ειρωνικά, για το ακριβώς αντίθετο)
- δημιουργώ ή κάνω ή φτιάχνω οικογένεια: νυμφεύομαι (ή παντρεύομαι) συνήθως με σκοπό να κάνω και παιδιά
- οικογένεια Χωραφά: (συνήθως ως αστεϊσμό για) οικογένεια με πολλά μέλη
- συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ενδοοικογενειακά & -ώς (επίρρημα)
- ενδοοικογενειακός
- εξωοικογενειακά & -ώς (επίρρημα)
- εξωοικογενειακός
- εσωοικογενειακά & -ώς (επίρρημα)
- εσωοικογενειακός
- μικροοικογενειάρχης
- νεοοικογενειάρχης
- οικογενής
- οικογενειακά (επίρρημα)
- οικογενειακός
- οικογενειακώς (επίρρημα)
- οικογενειοκρατία
- οικογενειάρχης (αρσενικό ή θηλυκό)
- παλιοοικογένεια
- συνοικογενειακός
- υποοικογένεια
- φτωχοοικογένεια
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οικογένεια
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ οικογένεια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' και με λόγια γενική ενικού -ας (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικογένεια (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Ταξινομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)