οικογενειοκρατία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οικογενειοκρατία
γενική οικογενειοκρατίας
αιτιατική οικογενειοκρατία
κλητική οικογενειοκρατία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικογενειοκρατία < οικογένεια + -κρατία (<κράτος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικογενειοκρατία θηλυκό μόνο στον ενικό

  • το φαινόμενο να επιβιώνουν και να κυριαρχούν στην πολιτική, κοινωνική, ακαδημαϊκή ζωή (αλλά και στην οικονομική ζωή ενός τόπου) μέλη της ίδιας οικογενείας συχνά επί σειρά πολλών γενεών, ο νεποτισμός
  • Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρώτος διδάδας της οικογενειοκρατίας, είχε πει "εγώ και τη μαγκούρα μου να στείλω στην Μάνη, θα εκλεγεί βουλευτής"

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]