οικοδόμημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικοδόμημα οικοδομήματα
γενική οικοδομήματος οικοδομημάτων
αιτιατική οικοδόμημα οικοδομήματα
κλητική οικοδόμημα οικοδομήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικοδόμημα < οικοδομώ + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικοδόμημα ουδέτερο

  1. κτήριο ή άλλο οικοδομικό έργο
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί με μακρόχρονη κοινή συνεισφορά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]