οικοδόμημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικοδόμημα οικοδομήματα
γενική οικοδομήματος οικοδομημάτων
αιτιατική οικοδόμημα οικοδομήματα
κλητική οικοδόμημα οικοδομήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικοδόμημα < οικοδομώ + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικοδόμημα ουδέτερο

  1. κτήριο ή άλλο οικοδομικό έργο
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί με μακρόχρονη κοινή συνεισφορά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]