οικοδόμηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικοδόμηση < οικοδομώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικοδόμηση θηλυκό

  1. χτίσιμο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]