οικολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικολόγος οικολόγοι
γενική οικολόγου οικολόγων
αιτιατική οικολόγο οικολόγους
κλητική οικολόγε οικολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικολόγος < γαλλική écologue < οικο- + -λογος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.kɔ.ˈlɔ.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο/η επιστήμονας που ασχολείται με την οικολογία
  2. (πολιτική) ο οπαδός του οικολογικού κινήματος
  3. (γενικότερα) που έχει οικολογική συνείδηση και συμπεριφορά, που εκδηλώνει έμπρακτα το ενδιαφέρον για το περιβάλλον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]