Μετάβαση στο περιεχόμενο

οικολόγου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

οικολόγου αρσενικό ή θηλυκό