οικονομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : οἰκονομία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικονομία οικονομίες
γενική οικονομίας οικονομιών
αιτιατική οικονομία οικονομίες
κλητική οικονομία οικονομίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικονομία < αρχαία ελληνική οἰκονομία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικονομία θηλυκό

  1. η τέχνη της διαχείρισης των εσόδων και εξόδων ενός σπιτιού, ενός ιδιώτη ή ενός κράτους
  2. επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα που αφορούν την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση
  3. διοικητικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις ενός ή πολλών φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων που σχετίζονται με την παραγωγή και τη διάθεση αγαθών, την ορθή διαχείριση και εξοικονόμηση πόρων
  4. η αποφυγή της σπατάλης
  5. οι οικονομίες: τα χρήματα που έχει αποταμιεύσει κάποιος
  6. (στη λογοτεχνία) η συνοχή μεταξύ των τμημάτων ενός έργου, η πρόνοια που λαμβάνει ο συγγραφέας ώστε το έργο να είναι ισορροπημένο (βλέπε και προοικονομία)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]