οικονομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : οἰκονομία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικονομία οικονομίες
γενική οικονομίας οικονομιών
αιτιατική οικονομία οικονομίες
κλητική οικονομία οικονομίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οικονομία < αρχαία ελληνική οἰκονομία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οικονομία θηλυκό

  1. η τέχνη της διαχείρησης των εσόδων και εξόδων ενός σπιτιού, ενός ιδιώτη ή ενός κράτους
  2. επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα που αφορούν την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση
  3. διοικητικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις ενός ή πολλών φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων, με σκοπό την αποταμίευση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]