οικονομώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικονομώ < αρχαία ελληνική οἰκονομέω, -ῶ < οἰκονόμος < οἶκος + νέμω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

οικονομώ

  1. (και οικονομάω) κερδίζω, αποκτώ ως εισόδημα
  2. προσπορίζομαι, αποκτώ για τον εαυτό μου
  3. προσπορίζω, βρίσκω κάτι και το παρέχω σε κάποιον

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]