οικονόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οἰκονόμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικονόμος < αρχαία ελληνική οἰκονόμος < οἶκος + νέμω (οικο- + -νόμος)
για το επίθετο < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική économe < υστερολατινική oeconomus < μεσαιωνική ελληνική οἰκονόμος)

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οικονόμος οικονόμη οικονόμο
γενική οικονόμου οικονόμης οικονόμου
αιτιατική οικονόμο οικονόμη οικονόμο
κλητική οικονόμε οικονόμη οικονόμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οικονόμοι οικονόμες οικονόμα
γενική οικονόμων οικονόμων οικονόμων
αιτιατική οικονόμους οικονόμες οικονόμα
κλητική οικονόμοι οικονόμες οικονόμα

οικονόμος, -ος, ο (θηλυκό: οικονόμος και οικονόμα)


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η οικονόμος οι οικονόμοι
      γενική του/της οικονόμου των οικονόμων
    αιτιατική τον/την οικονόμο τους/τις οικονόμους
     κλητική οικονόμε οικονόμοι
Παράρτημα

οικονόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα
  2. υπηρέτης ή υπηρέτρια που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού
  3. (θρησκεία) τίτλος που δίνεται σε έγγαμους κληρικούς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]