οικοπεδοποιημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οικοπεδοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου οικοπεδοποιώ
Μετοχή
[επεξεργασία]οικοπεδοποιημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη οικοπεδοποιώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οικοπεδοποιημένος
|
|