Μετάβαση στο περιεχόμενο

οικοπεδούχου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

οικοπεδούχου αρσενικό ή θηλυκό