Μετάβαση στο περιεχόμενο

οικουρώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οικουρώ < αρχαία ελληνική οἰκουρῶ < οἰκουρός < οἰκο- + ϝορός (< ὁρῶ)

οικουρώ

  • μένω στο σπίτι, δε βγαίνω από το σπίτι, κυρίως λόγω ασθένειας
πρέπει να οικουρήσει τουλάχιστον τρεις μέρες εξαιτίας της πνευμονίας
  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Καλόγερος, 1892,
Ἀλλ᾽ οἱ μὲν «ἐργένηδες» ... ἔχουσιν ὡς οἰκογένειαν τὴν ἀγορὰν ὅλην καὶ ὡς ἑστίαν τὸ προσήλιον, διημερεύοντες εἰς καφενεῖα, οἰνοπωλεῖα καὶ ἄλλα χειρότερα μέρη. Εἰς τὸν καλόγηρον ὅμως ἀπηγορεύετο καὶ πᾶσα τοιαύτη τέρψις ἢ ἀναψυχή. Αὐτὸς ὤφειλε νὰ οἰκουρῇ ἢ νὰ εὑρίσκεται παντοῦ ὅπου τὸν ἐκάλουν οἱ ἱερεῖς.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]