οικόσιτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οικόσιτος οικόσιτη οικόσιτο
γενική οικόσιτου οικόσιτης οικόσιτου
αιτιατική οικόσιτο οικόσιτη οικόσιτο
κλητική οικόσιτε οικόσιτη οικόσιτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οικόσιτοι οικόσιτες οικόσιτα
γενική οικόσιτων οικόσιτων οικόσιτων
αιτιατική οικόσιτους οικόσιτες οικόσιτα
κλητική οικόσιτοι οικόσιτες οικόσιτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικόσιτος < ελληνιστική κοινή οἰκόσιτος < οἶκος + σῖτος

Επίθετο[επεξεργασία]

οικόσιτος, -η, -ο

  1. για ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του
    Ένας οικόσιτος παπαγάλος ...βοήθησε την αστυνομία να συλλάβει τον δολοφόνο της ιδιοκτήτριάς του στη βόρεια ινδική πόλη Άγκρα, αναφέρουν σήμερα δημοσιεύματα. (*)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) οικόσιτο: ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]