οινοπνευματούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οινοπνευματούχος < οινόπνευμα + -ούχος ( < έχω )

Επίθετο[επεξεργασία]

οινοπνευματούχος

  1. που περιέχει οινόπνευμα, αλκοολούχος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]