οινοπνευματώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οινοπνευματώδης οινοπνευματώδης οινοπνευματώδες
γενική οινοπνευματώδους οινοπνευματώδους οινοπνευματώδους
αιτιατική οινοπνευματώδη οινοπνευματώδη οινοπνευματώδες
κλητική οινοπνευματώδη(ς) οινοπνευματώδης οινοπνευματώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οινοπνευματώδεις οινοπνευματώδεις οινοπνευματώδη
γενική οινοπνευματωδών οινοπνευματωδών οινοπνευματωδών
αιτιατική οινοπνευματώδεις οινοπνευματώδεις οινοπνευματώδη
κλητική οινοπνευματώδεις οινοπνευματώδεις οινοπνευματώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οινοπνευματώδης < οινόπνευμα + -ώδης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική alcoolique)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.nɔ.pnεv.ma.ˈtɔ.ðis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οινοπνευματώδης

  1. που περιέχει οινόπνευμα
  2. (ουσιαστικοποιημένο) οινοπνευματώδη: ποτά που περιέχουν οινόπνευμα
    Υπώνυμα: κρασί, τσίπουρο, μπίρα κ.λπ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]