οιστρογόνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οιστρογόνο οιστρογόνα
γενική οιστρογόνου οιστρογόνων
αιτιατική οιστρογόνο οιστρογόνα
κλητική οιστρογόνο οιστρογόνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οιστρογόνο < οίστρος + γόνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οιστρογόνο ουδέτερο (πιο δόκιμο στον πληθυντικό)

  1. ομάδα φυσικών ορμονών του ανθρώπινου οργανισμού, όπως η οιστραδιόλη, αλλά και τεχνητών ή φυτικών ουσιών με οιστρογόνο δράση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]