οκά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οκά οκάδες
γενική οκάς οκάδων
αιτιατική οκά οκάδες
κλητική οκά οκάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οκά < τουρκική okka < αραβική أَوْقِيَّة (ʾawqiyya) < وِقِيَّة ‎(wiqiyya) < αρχαία ελληνική οὐγκία (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οκά θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • της οκάς: που δεν έχει καλή ποιότητα
  • με τις οκάδες: σε μεγάλες ποσότητες
  • θα σε κάνω οκτακόσιες οκάδες: θα σε δείρω πολύ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]