οκαδιάρικο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]οκαδιάρικο
- αιτιατική ενικού του οκαδιάρικος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οκαδιάρικος
οκαδιάρικο