οκνηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οκνηρός οκνηρή οκνηρό
γενική οκνηρού οκνηρής οκνηρού
αιτιατική οκνηρό οκνηρή οκνηρό
κλητική οκνηρέ οκνηρή οκνηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οκνηροί οκνηρές οκνηρά
γενική οκνηρών οκνηρών οκνηρών
αιτιατική οκνηρούς οκνηρές οκνηρά
κλητική οκνηροί οκνηρές οκνηρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οκνηρός < αρχαία ελληνική ὀκνηρός < ὄκνος (φόβος, δισταγμός)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.kni.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.kni.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.kni.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

οκνηρός, -ή, -ό

  1. που αποφεύγει τη δουλειά
     συνώνυμα: ακαμάτης, τεμπέλης
  2. που χαρακτηρίζεται από νωθρότητα
     συνώνυμα: βραδύς, νωθρός, νωχελικός
    οκνηρός τρόπος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]