οκτωβριανός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οκτωβριανός < Οκτώβρι(ος) + -ανός
Επίθετο
[επεξεργασία]οκτωβριανός, -ή, -ό
- που συμβαίνει κατά το μήνα Οκτώβριο
- η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία έφερε στην εξουσία τους μπολσεβίκους