Μετάβαση στο περιεχόμενο

ολίγον κατ' ολίγον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ολίγον κατ' ολίγον :  δείτε τη λέξη ολίγον

Έκφραση

[επεξεργασία]

ολίγον κατ' ολίγον

  • λέγεται για μια διαδικασία που εξελίσσεται με αργό ρυθμό, βαθμιαία.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]