ολιγαρχία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ολιγαρχία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀλιγαρχία < ὀλιγ- + -αρχία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ολιγαρχία θηλυκό
- (πολιτική) πολίτευμα στο οποίο την εξουσία έχει και ασκεί μια μικρή ομάδα ατόμων
- ※ Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ολιγαρχία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ολιγαρχία
Πηγές
[επεξεργασία]- ολιγαρχία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ολιγ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αρχία (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πολιτική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)